Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

H Μόνιμη Οικονομική Δυσλειτουργία και το Πολιτικό Συνακόλουθό της.






Είτε σε περιόδους κρίσης είτε όχι, εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες ο καπιταλισμός έχει χάσει την αναπτυξιακή δυναμική του.

Βιώνουμε μια μόνιμη οικονομική δυσλειτουργία η ένταση της οποίας παρουσιάζεται με αναπόφευκτες διακυμάνσεις κι οποία δυσλειτουργία γίνεται προβληματικά αισθητή σε περιόδους κρισιακής όξυνσης της, σε περιόδους οικονομικής κατάθλιψης όπως η σημερινή. 

Το  κεφάλαιο δεν μπορεί να συσσωρεύεται με τους ίδιους ρυθμούς. Κατά συνέπεια χρειάζεται τονωτικές «ενέσεις» από το κράτος, χωρίς τις οποίες το σύστημα κινδυνεύει να καταρρεύσει. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Η κρατική οικονομική στήριξη του κεφαλαίου οδηγεί σε συνεχή πίεση του κράτους να αυξάνει το εισόδημα του με περιορισμένου φάσματος μεθόδους: δηλαδή είτε με εξορθολογισμό της κρατικής οργάνωσης και διαχείρισης (πράγμα πολύ δύσκολο και χωρίς άμεσα αποτελέσματα), είτε με περικοπές κρατικών κοινωνικών δαπανών, είτε με αύξηση φόρων είτε με συνδυασμό των παραπάνω. Το να μπει περιορισμός, αν όχι τέρμα, στην χρηματοδότηση του κεφαλαίου από το δημόσιο πορτοφόλι είναι αδιανόητο για τους θεράποντες του.

Αποτέλεσμα αυτής της πίεσης ήταν η εκποίηση του δημοσίου πλούτου στο κεφάλαιο με περαιτέρω συνέπεια την αλλαγή και τον περιορισμό του οικονομικού ρόλου του κράτους κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στην λειτουργία ενός αυταρχικού φοροσυλλέκτη και χρηματοδότη του κεφαλαίου.

Αυτό που οδηγεί το κράτος στην μέθοδο δανεισμού, η οποία παρεμπιπτόντως δίνει στο κεφάλαιο κι ένα επιπρόσθετο δώρο μέσω των επιτοκίων, είναι ακριβώς η αδυναμία του κράτους να ικανοποιήσει πλήρως τις ανάγκες του κεφαλαίου και συνάμα να ανταποκριθεί στις υπόλοιπες υποχρεώσεις του. Δηλαδή έχουμε ένα φαύλο κύκλο όπου το κράτος δανείζεται από το κεφάλαιο για να μπορέσει το κράτος να ενισχύσει (με επιδοτήσεις και προμήθειες ποικίλλων μορφών) το κεφάλαιο.

Το ύψος των επιτοκίων καθορίζεται τεχνητά (σε μεγάλο βαθμό) από το κεφάλαιο,  ή πιο ειδικά, το πλέον επιθετικό και υψηλότερης μορφής τμήμα του, ήτοι το χρηματιστικό  κεφάλαιο.  Αυτό το επιτυγχάνει μέσω της χρηματοπιστωτικής αγοράς την οποία ελέγχει ή επηρεάζει και μέσω της επιρροής που ασκεί στην διαμόρφωση πολιτικής.

Η επιπρόσθετη αδυναμία του κράτους να εξυπηρετήσει το τεχνητά διογκωμένο χρέος του το οδηγεί στην πλέον ανορθολογική αλλά αναπόφευκτη λύση του περαιτέρω δανεισμού που συνεπάγεται αυξανόμενο χρέος. Ένας ατόφια οικονομικός φαύλος κύκλος συνίσταται στο γεγονός ότι όσο πιο πολλά δανείζεται τόσο πιο έντονα αναγκάζεται να συνεχίσει να δανείζεται και τούμπαλιν. Ο περαιτέρω δανεισμός έρχεται με όρους του χρηματιστικού κεφαλαίου οι οποίοι οδηγούν, ανεξαιρέτως, στην επιδείνωση των όρων που οδήγησαν σε επιπρόσθετο δανεισμό. Ένας νέος φαύλος κύκλος ακολουθεί όπου το χρηματιστικό κεφάλαιο δεσμεύει πολιτικά το κράτος να ασκήσει πολιτικές που ανατροφοδοτούν το δέσιμο του σε σχέση πολιτικής εξάρτησης του από το ίδιο το χρηματιστικό κεφάλαιο.

Η λιτότητα που επιβάλλεται καταλήγει σε απαξίωση της εργασίας με επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά της εργατικής δύναμης η οποία με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε πτώση της τιμής της, ήτοι στον εξαναγκασμό των εργατών να δουλεύουν περισσότερο εντατικά και περισσότερο χρόνο για λιγότερη αμοιβή. Το κεφάλαιο δεν αρκείται στον συμβατικό οικονομικό μηχανισμό καθορισμού της τιμής της εργατικής δύναμης, δηλαδή της ζήτησης και προσφοράς στην αγορά εργασίας. Επιβάλει κι ένα πλέγμα θεσμοθέτησης της απαξίωσης της εργασίας με νομοθεσία.

Η μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργατών και γενικότερα των στρωμάτων με χαμηλά εισοδήματα οδηγεί σε όξυνση του φαινομένου της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, πράγμα που είδη υφίσταται και πράγμα που αποτελεί και τον λόγο της απώλειας αναπτυξιακής δυναμικής του συστήματος που αναφέραμε στην αρχή.

Έχουμε λοιπόν ένα ευρύτερο φαύλο κύκλο που περικλείνει μια σειρά από φαύλους κύκλους. 

Οι θεράποντες του καπιταλισμού που κυβερνούν το αστικό κράτος δεν έχουν άλλη επιλογή από το να προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα της αδυναμίας του μεγάλου κεφαλαίου να αναπαραχθεί με τον γνώριμο τρόπο του. Από αυτήν την αδυναμία ξεκινούν όλα και προς αυτή καταλήγουν.

Πως αντιμετωπίζεται αυτό;

Αν οι καπιταλίστες μπορούσαν να βρουν λύση θα το είχαν κάνει μέσα στην τελευταία τριακονταετία. Οι ίδιοι δεν έχουν αυταπάτες, άσχετα αν οι φιλόσοφοι, θεωρητικοί, οικονομολόγοι, δημοσιολόγοι τους καλλιεργούν αυταπάτες. Την φύση της σημερινής κρίσης μπορούν να κατανοήσουν εσωτερικεύοντας την εμπειρικά κυρίως δυο τάξεις: απ’ την μια αυτοί που κατέχουν το κεφάλαιο στις ανώτερες μορφές συσσώρευσης του που προσπαθούν αλλά δεν βρίσκουν τρόπο να ενεργοποιήσουν με επάρκεια και, κοντά σ’ αυτούς, μια ακόμα κάστα κατόχων κεφαλαίου (μικρότερης κλίμακας) που το βλέπουν να απαξιώνεται και να οδηγείται στην καταστροφή - συνολικά δηλαδή μια μικρή μειονότητα. Και απ’ την άλλη, το τμήμα της εργασίας που επωμίζεται τα δεινά της κρίσης με την μέγιστη οξύτητα  - δηλαδή η τάξη που πιέζεται κάτω απ’ το όριο αθλιότητας. Πρόκειται πάλι για μια μειονότητα. Αυτό που βλέπουν οι πρώτοι είναι ότι η οικονομία δεν μπορεί να βγει έξω από μια σχετική στασιμότητα και αυτό που βλέπουν οι εργαζόμενοι είναι η επιταχυνόμενη εξαθλίωση τους.

Η πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων τα οποία σε  τούτη την συγκεκριμένη κρίση βλέπουν να ωθούνται προς χειροτέρευση του οικονομικού επιπέδου τους με έντονα πιεστικό ή και βίαιο τρόπο, παρά τις δραματικές απώλειες τους, διατηρούνται ακόμα σε περιθώρια πάνω από το επίπεδο της αθλιότητας. Η προλεταριοποίηση τους δεν έχει επεκταθεί. Αυτό το βλέπουν οι αστοί που σφυγμομετρούν, όσο είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο, τα περιθώρια αντοχής του πληθυσμού για περαιτέρω αφαίμαξη.

Με δοσμένο ότι έχουν φέρει την εργατική τάξη στο όριο της, πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η επίθεση κατά των μεσαίων στρωμάτων θα ενταθεί. Κατά συνέπεια, χωρίς συμμαχία εργατών με μικροαστούς, οδηγούνται στην καταστροφή και οι δυο τάξεις – εργάτες και μικροαστοί.

Το κλειδί στις πολιτικές εξελίξεις θα πάρει στα χέρια της μόνο μια τάξη – αυτή που θα προσελκύσει με το μέρος της τα μεσαία στρώματα, αυτούς τους «απαίσιους κι ανυπόφορους μικροαστούς» που τόσο απεχθάνεται τμήμα της εργατικής πρωτοπορίας. Εάν δεν το κάνει η εργατική τάξη, το σύστημα θα στραφεί προς απολυταρχικές, αυταρχικές λύσεις τις οποίες οι αστοί είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν, με την ανοχή και στήριξη των μικροαστών, πριν καταλάβουν οι μικροαστοί ότι τη «λύση» ενός σκληρού μεσσία που οι αστοί τώρα τους πουλάνε φθηνά θα την πληρώσουν πολύ ακριβά στην πορεία.

Ο προσεταιρισμός και η δρομολόγηση του ρεύματος των μικροαστών στην δική της κατεύθυνση είναι μια αναγκαιότητα την οποία η αστική τάξη αναμφίβολα κατανοεί και το δείχνει έμπρακτα με συνεχή ανανέωση των «λύσεων» που της προτείνει. Πρόκειται για συστηματοποιημένη απάτη, διότι οι αστοί και να ήθελαν δεν μπορούν να «σώσουν» τους μικροαστούς. Το κλειδί που κρατά στα χέρια της η αστική τάξη είναι η καλλιέργεια της ελπίδας στους μικροαστούς ότι τελικά οι δεν «θα καταλήξουν προλετάριοι», ότι θα διατηρούν την συγκριτικά πιο προνομιούχα θέση τους σε σχέση με τους «προλεταρίους», την εξαθλίωση των οποίων βλέπουν με τρόμο αλλά, ίσως και γι αυτό τον λόγο, είναι έτοιμοι να αποδεχτούν, αρκεί οι ίδιοι να μην έχουν την ίδια τύχη.  Ακριβώς αυτή η «φρίκη» της προοπτικής της προλεταριοποίησης τους είναι το στοιχείο που γεννά την έχθρα τους προς τους πρωτοπόρους εκπρόσωπους των «προλεταρίων» που τους λένε να επιλέξουν μια ανατροπή που, κατά την κρίση των μικροαστών, θα  «μας κάνει όλους προλεταρίους». Αυτό που τους λένε οι κομμουνιστές ότι θα κάνουν στον σοσιαλισμό δεν τους φαίνεται καλύτερο από αυτό που βλέπουν τώρα ότι κινδυνεύουν να πάθουν στον καπιταλισμό.

Για να τους κερδίσει η πρωτοπορία των «προλεταρίων» πρέπει να πείσει την πλειοψηφία των μικροαστών (όλους δεν θα μπορέσει να τους πείσει ποτέ) ότι η μοίρα τους θα βελτιωθεί, όπως κι ότι η μοίρα των «προλεταρίων» θα βελτιωθεί αλλά όχι εις βάρος τους. Για να το κάνει αυτό πρέπει να τους εξηγήσει με γλώσσα κατανοητή πώς ακριβώς πρακτικά θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Αυτό το «κάτι τέτοιο» αφορά αυτό που καταλαβαίνουν αυτοί που δεν είναι ιδεολόγοι, δηλαδή αφορά οικονομικά χαρακτηριστικά του σημερινού μικροαστού, το σημερινό βιοτικό του επίπεδο το οποίο πρέπει να πειστεί ότι θα διατηρηθεί. Αυτό μόνο με συγκεκριμένες και πολύ σαφείς προγραμματικές δεσμεύσεις μπορεί να γίνει. Συνακόλουθα, το να γίνει κάτι τέτοιο άπτεται της ανάγκης προγραμματικής συγκεκριμενοποίησης της διαδικασίας μετάβασης από καπιταλισμό σε σοσιαλισμό. Αίφνης, πώς ακριβώς μπορεί ν' αλλάξει η οικονομία από καπιταλιστική σε σοσιαλιστική, και να διατηρηθεί το ίδιο επίπεδο παραγωγής στην αρχή (ή να μην διαλυθεί η παραγωγή, όπως φοβούνται οι μικροαστοί), ή πώς με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στον σοσιαλισμό θα συνεχισθεί η παραγωγή όταν η κάθε επιχείρηση προμηθεύεται εξοπλισμό, υλικά, ενέργεια κλπ μέσω απτών αγοραίων σχέσεων και διαθέτει προϊόντα στην αγορά μέσα από τα κανάλια της αγοράς που διέπονται από συγκεκριμένες σχέσεις, και τι ακριβώς ρόλο θα παίξει η μικρή επιχείρηση, το αγροτικό νοικοκυριό, αμέσως μετά την ανατροπή. Τι θα γίνει αμέσως μετά την άνοδο της εργατικής τάξης και των σύμμαχων της στην εξουσία; Πώς θα μεταμορφώσουμε την οικονομία της αγοράς σε σχεδιασμένη οικονομία; Οι μικροαστοί δεν πιστεύουν ότι η εργατική πρωτοπορία έχει κάποιο «μαγικό ραβδί». 



Η προώθηση του σχεδιασμού της οικονομίας λογικά προηγείται της υποχώρησης της αγοράς. Η εξάλειψη των αγοραίων σχέσεων της οικονομίας πρέπει να προγραμματιστεί. Στο σημείο αυτό μπορεί να αντιπαρατεθεί η ένσταση ότι αυτό που ζητάω είναι πρόωρο, κι ότι «δεν βρισκόμαστε δα και στο κατώφλι της ανατροπής... ο συσχετισμός δυνάμεων είναι....», (τα γνωστά). Το πρόβλημα είναι ότι σε οποιαδήποτε φάση ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, χωρίς μια στοιχειώδη εξειδίκευση στα ζητήματα αυτά, η "ανατροπή" παραμένει μια αφηρημένη έννοια, και η εργατική πρωτοπορία παραμένει χωρίς "κυβερνητικό" πρόγραμμα. Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ζητήματα με συγκεκριμένο τρόπο, που σημαίνει ότι, μέχρι να εκπονηθεί ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εξουσίας, φοβάμαι ότι η πρωτοπορία του προλεταριάτου καταδικάζεται να λειτουργεί σαν «αποδόχι» μιας σχεδόν καθολικής μικροαστικής εχθρότητας και αντικείμενο δυσπιστίας ενός μεγάλου τμήματος του ίδιου του προλεταριάτου. Στην ουσία, αυτοαναιρείται σαν πρωτοπορία.  

Πως είναι δυνατόν να κατανοεί η αστική τάξη αυτήν την αλήθεια, να κατανοεί ότι χωρίς την συμμαχία της με τα μεσαία στρώματα είναι καταδικασμένη, και να αρνούνται πεισματικά να την καταλάβουν κάποιοι που θεωρούν τον εαυτό τους ταγμένο, ή που δηλώνουν ότι τάσσονται με την εργατική πρωτοπορία; 
 ------

(αναδημοσίευση αναθεωρημένου κειμένου)







1 σχόλιο:

  1. Δείτε την επόμενη ανάρτηση-αναδημοσίευση κριτικής στο κείμενο και απάντησης απο red rock view:
    http://fromredrock.blogspot.gr/2012/11/blog-post_2.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή